Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΤΟ 1940-41 (Μέρος Ι)

Φώτο: Τσάμηδες με Ιταλικές στολές, σύμμαχοι των Ιταλών.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟ-IΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ 1940-1941
(Μέρος Ι)

Τσάμηδες και Αλβανικός επεκτατισμός ανά την ιστορία.
...: Ιστορικές μαρτυρίες :...
...: Ανθελληνικές μεθοδεύσεις :...

Στην Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940 συμμετείχαν και Αλβανικές δυνάμεις. Η δε Αλβανία κήρυξε επίσημα τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Υπάρχουν στοιχεία μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση ως προς τη συμμετοχή της χώρας αυτής στον πόλεμο του 1940-41 κατά της πατρίδας μας. Παρόλα αυτά Αλβανοί ιστορικοί προσπαθούν, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, να πείσουν ότι οι συμπατριώτες τους δεν συμμετείχαν στον πόλεμο ή συμμετείχαν λίγοι δια της βίας.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ταξίαρχος ε.α., τ. καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας ΣΣΕ

Όταν κηρύχθηκε ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) οι Αλβανοί μουσουλμάνοι πολέμησαν για την υπεράσπιση των τουρκικών συμφερόντων. Πολλοί Αλβανοί υπό τον Εσάτ Πασά, αγωνίσθηκαν με γενναιότητα εναντίον των Μαυροβουνίων και των Σέρβων. Άλλοι πολέμησαν κατά των Ελλήνων στην Ήπειρο και στη δυτική Μακεδονία. Κανένας όμως δεν σκέφθηκε να συμμετάσχει στον αγώνα κατά των Τούρκων για να απελευθερωθεί και η Αλβανία.

Η Αλβανία με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, κατόπιν επιμονής της Ιταλίας και της Αυστρίας (φυσικά λόγω των συμφερόντων τους). Αυτές είχαν ως απώτερο σκοπό την επέκταση τους στη Βαλκανική χερσόνησο, όπως απέδειξαν και στη συνέχεια τα γεγονότα.

Στο Λονδίνο οι Μεγάλες Δυνάμεις έθεσαν την ακεραιότητα της Αλβανίας υπό την εγγύησή τους. Οι ίδιες δυνάμεις τον Οκτώβριο του 1914, για να ολοκληρώσουν στην πράξη την κατάρρευση του τεχνητού αυτού κατασκευάσματος, άρχισαν να διανέμουν τη χώρα. Και σε όλα αυτά τι ρόλο έπαιζαν οι Αλβανοί;

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: οι συμπάθειες της μεγάλης πλειονότητας του αλβανικού πληθυσμού - μουσουλμάνων και καθολικών - στρέφονταν τότε προς τους Αυστριακούς και τους Τούρκους.

Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι η Ελλάδα υπέγραψε στις 15 Μαΐου 1920 τη συμφωνία της Καπεστίτσας, προς αποφυγή σύγκρουσης με τους Αλβανούς, σε χρόνο κατά τον οποίο είχε εμπλακεί στη Μικρασιατική εκστρατεία. Σε αυτή τη συμφωνία υπήρχε όρος που υπαγόρευε ότι η Βόρεια Ήπειρος δεν θα καταλαμβανόταν ακόμα από τα ελληνικά στρατεύματα, με εξαίρεση την περιοχή της Κορυτσάς, μέχρι την οριστική ρύθμιση του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Μέχρι και το 1924 σημειώθηκαν διάφορες αντιδράσεις, καθώς και εμφύλιες συρράξεις στο εσωτερικό της Αλβανίας, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1939. Οι Αλβανοί παρακολουθούσαν με αδιαφορία τα γεγονότα και με την ίδια σχεδόν αδιαφορία άφησαν τον Απρίλιο του 1939 να καταληφθεί η πατρίδα τους από την Ιταλία.

Η Αλβανία στις 27 Νοεμβρίου 1926 είχε υπογράψει με την Ιταλία τη συνθήκη των Τιράνων, βάσει της οποίας, κατά τον πολιτικό Παν. Πιπινέλη, "ετίθετο κατ' ουσίαν υπό την σκέπη της φασιστικής Ιταλίας, αφού είχε ήδη τεθεί υπό την πολιτικήν και οικονομικήν κηδεμονίαν αυτής".

Η συνθήκη αυτή οδήγησε, κατά τον ιστορικό Μ. Βίκερς, σε σημαντική αύξηση της ιταλικής στρατιωτικής δραστηριότητας στη χώρα, ενώ η παρουσία Ιταλών αξιωματικών σε όλες σχεδόν τις στρατιωτικές μονάδες περιόρισε σημαντικά την ανεξαρτησία του Αλβανικού Στρατού.

Η Ελλάδα πάντα σεβόταν τα ανθρώπινα και τα θρησκευτικά δικαιώματα των μουσουλμάνων, μεταξύ αυτών και των αλβανοτσάμηδων, που ζούσαν στη Ελλάδα. Γενικά η στάση των ελληνικών αρχών έναντι των μουσουλμάνων υπήρξε τόσο φιλελεύθερη και αξιοπρεπής ώστε να μη μπορεί να συγκριθεί με εκείνη άλλων κρατών. Παρόλα αυτά οι φυλετικές και θρησκευτικές παραδόσεις τους και το όνειρο των Αλβανών για την απόσπαση τμήματος της Θεσπρωτίας από την Ελλάδα και την ενσωμάτωση του στην Αλβανία, κατάλληλα υποδαυλιζόμενο από την προπαγάνδα των Ιταλών, τους ωθούσαν σε αδιάλειπτες συνωμοτικές ενέργειες κατά του ελληνικού κράτους.

Η Αλβανία - όπως και η Βουλγαρία - δεν είχε υπογράψει το Βαλκανικό Σύμφωνο (9 Φεβρουαρίου 1934). Η μη συμμετοχή της σε αυτό δεν οφειλόταν σε δική της άρνηση, αλλά στο γεγονός ότι ανήκε στην ιταλική σφαίρα επιρροής και η θέση της Ιταλίας προσανατολιζόταν, τη στιγμή εκείνη, στη μη ενίσχυση ενεργειών κρατών που επεδίωκαν τη διατήρηση του εδαφικού και πολιτικού καθεστώτος του 1919. Πάντως, όπως γράφει η καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αρετή Τούντα-Φεργάδη: "Αλβανοί επίσημοι εκδήλωσαν τη δυσαρέσκεια τους που δεν προσκλήθηκαν να υπογράψουν το Σύμφωνο αυτό".

Το 1939 τα ιταλικά στρατεύματα, υπό τον στρατηγό Γκουτσόνι, αποβιβάσθηκαν στο Δυρράχιο, το πρωί της 7ης Απριλίου. Ο βασιλιάς Ζώγου δεν αιφνιδιάστηκε δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί, πριν από έναν μήνα και πλέον, εντατικές διπλωματικές συνομιλίες. Υφίστατο το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τις ξένες κυβερνήσεις, εκτός της Γερμανίας και ίσως της Γιουγκοσλαβίας. Δεν προβλήθηκε καμία σοβαρή αντίσταση κατά των Ιταλών. Ο αλβανικός λαός στην πλειοψηφία του υποδέχθηκε τους Ιταλούς στρατιώτες ως "ελευθερωτές".

Τα γεγονότα έκτοτε διαδέχθηκαν το ένα το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα. Στις 14 Απριλίου 1939 η Αλβανία αποχώρησε από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Στις 15 Απριλίου έγινε δεκτή στο Κυρηνάλιο (ανάκτορο στη Ρώμη, θερινή διαμονή των Πάπων μέχρι το 1870, στη συνέχεια κατοικία του βασιλιά της Ιταλίας και αργότερα του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας), πολυμελής αλβανική αντιπροσωπεία υπό τον πρωθυπουργό Βερλάτση.

Αυτός προσφώνησε τον βασιλιά "Αυτοκράτορα" πρώτα στην αλβανική και έπειτα στην ιταλική γλώσσα και του προσέφερε το "Στέμμα του Σκεντέρμπεη". Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η ιταλική Βουλή έδωσε τη συναίνεση της για την "προσωπική ένωση" και την επομένη έπραξε το ίδιο η Γερουσία. Διορίστηκε τοποτηρητής του βασιλιά, όχι μέλος της δυναστείας (είχε γίνει λόγος για τον δούκα του Μπέργκαμο), αλλά ο πρεσβευτής Τζακομόνι.

Στις 21 Απριλίου αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Βερλάτση η σύσταση Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος. Στις 3 Ιουνίου έλαβε χώρα η τελευταία πράξη του αλβανικού οράματος: αντιπροσωπεία από τους Βερλάτση, Ντίνο και Κολίκβι και τρεις ανώτερους αξιωματικούς επέδωσε στον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία ο Αλβανικός Στρατός ενσωματωνόταν στον Ιταλικό Στρατό.

Ο αλβανικός Τύπος προ του πολέμου παρουσίαζε άρθρα με πολεμική κατά της Ελλάδας. Μάλιστα ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Τσιάνο, διέταξε τον τοποτηρητή στην Αλβανία Τζακομόνι: "Φροντίστε ώστε ο αλβανικός Τύπος να συνεχίζει τη ζωηρή του πολεμική εναντίον της Ελλάδας".

Ο Γερμανός καθηγητής πανεπιστημίου Χ. Ρίχτερ γράφει: "Οι ρίζες της πολεμικής αυτής εμπλοκής της Ιταλίας φθάνουν μέχρι το 1923, όταν ο Μουσολίνι επεχείρησε να καταλάβει την Κέρκυρα και αναγκάστηκε από τις Αγγλία και Γαλλία να εγκαταλείψει το εγχείρημα του". Ο Τσιάνο στο ημερολόγιο του γράφει ότι τον Αύγουστο του 1940 ο Μουσολίνι δήλωσε πως οι Έλληνες επλανώντο, αν θεωρούσαν ότι είχε ξεχάσει εκείνο το επεισόδιο, και ότι ο λογαριασμός τους έμενε ανοικτός.

Στις αρχές Ιουνίου του 1939 οι Μουσολίνι και Τσιάνο, θέλοντας να μειώσουν την οργή των Αλβανών για την απώλεια της ανεξαρτησίας τους, προσπάθησαν να τους παραπλανήσουν καλλιεργώντας τους ελπίδες αλυτρωτισμού για το Κοσσυφοπέδιο και την Τσαμουριά, που έπρεπε να απελευθερωθούν.

Σύμφωνα με ιταλικές πηγές, η στάση της αλβανικής ηγεσίας λίγο πριν κηρυχθεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν υπέρ των Ιταλών. Ο Ιταλός τοποτηρητής Τζακομόνι, σε τηλεγράφημα του προς τον Τσιάνο, στις 24 Αυγούστου 1940, μεταξύ των άλλων ανέφερε τα εξής: "Από παντού καταφθάνουν έγγραφα που αποδεικνύουν τον ορθό προσανατολισμό των Αλβανών, άπειρες είναι οι αιτήσεις για κατάταξη στα εθελοντικά σώματα (...). Σε όλα τα κεντρικά σημεία της Αλβανίας παρατηρείται ζωηρό ενδιαφέρον και προσήλωση στις προσταγές του Ντούτσε. Η κίνηση του στρατού προκάλεσε μεγάλη ζωηρότητα κι' ανυπομονησία για δράση...".

Κατά τη σύσκεψη της 15ης Οκτωβρίου 1940 στο Παλάτσο Βενέτσια, ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε ερώτηση του Ντούτσε για το πώς βλέπει την κατάσταση στην Αλβανία, απάντησε: "Στην Αλβανία αναμένουν την ενέργεια με ανυπομονησία. Η χώρα έχει ξεσηκωθεί και οι κάτοικοι είναι γεμάτοι χαρά. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο ενθουσιασμός τους είναι τόσο ζωηρός ώστε τον τελευταίο καιρό έχουν κάπως δυσαρεστηθεί επειδή η ενέργεια δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί".

Ο Ιταλός στρατηγός Σ. Βισκόντι Πράσκα, στο βιβλίο του για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, έγραφε τα εξής: "Σύμφωνα με υπόσχεση του στρατάρχη Μπαντόλιο προ του πολέμου, θα μπορούσαν να αποσταλούν στην Αλβανία για την ενδεχόμενη ενέργεια κατά της Ελλάδας....10.000 τυφέκια για τον εξοπλισμό των αλβανικών ταγμάτων εθελοντών, τα οποία θα χρησιμοποιούντο ως τμήματα κάλυψης".

Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης στο Παλάτσο Βενέτσια (15 Οκτωβρίου 1940) "Ο Μουσολίνι, ακόμα, ζήτησε από τον Τζακομόνι κι εμένα πληροφορίες για τα αλβανικά τμήματα, ενώ διατύπωσε την αρχή ότι ο ρόλος των Αλβανών θα έπρεπε να περιοριστεί σε στενά πλαίσια...". "Ειδικότερα είχαν συγκροτηθεί τρία τάγματα διοικητικής μέριμνας από εφέδρους Ιταλούς (...) και από εφέδρους Αλβανούς (...).

Κατόπιν προχωρήσαμε στην ίδρυση δύο ταγμάτων Φασιστικής Πολιτοφυλακής από Αλβανούς (...). Πρότεινα στον Τζακομόνι να συστήσει μερικά τάγματα από Αλβανούς εθελοντές, δύο διαφορετικών τύπων: Τάγματα καθορισμένα για την άμυνα συγκεκριμένων διαβάσεων ή κοιλάδων στο μέτωπο και τάγματα πιο ευκίνητα, δυνάμενα να προσκολληθούν στα μάχιμα στρατεύματα μας.

Με τη βοήθεια της αλβανικής κυβέρνησης και διαφόρων αρχηγών φυλών εξασφαλίστηκε η δυνατότητα συγκρότησης 10-12 ελαφρών ταγμάτων συνολικής δύναμης 6.000-7.000 ανδρών, επιλεγέντων από τις πιο πολεμικές φυλές και μάλιστα από αυτούς που υπήρχε ενδεχόμενη σχέση με πληθυσμούς εκτός συνόρων (σ.σ. προφανώς εννοούσε τους Τσάμηδες). Τα ευκίνητα τάγματα, τύπου ανταρτικών ομάδων, προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των μεραρχιών μας (...).

Το Υπουργείο Στρατιωτικών, κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων, τελικά ενέκρινε την αποστολή του οπλισμού για τη συγκρότηση των αλβανικών μονάδων. Όμως αργότερα άλλαξε γνώμη και διέταξε τον περιορισμό της σύστασης των εθελοντικών αλβανικών ταγμάτων μόνο στη νότια Αλβανία (σε αυτήν όπου υφίστατο το μεγαλύτερο μέρος των φιλελληνικών στοιχείων), δηλαδή συνολικά έξι τάγματα" (σ.σ. Ο Β. Πράσκα αναφέρει ως "φιλελληνικά = grecofili" τα αμιγώς ελληνικά βορειοηπειρωτικά φύλα).

Σε ερώτηση του Ντούτσε, κατά τη σύσκεψη, "Ποια η συνεισφορά των Αλβανών τόσο σε τακτικό στρατό, όσο και σε άτακτους στους οποίους δίδω μεγάλη σημασία", ο Πράσκα απάντησε: "Για το θέμα αυτό έχουμε καταρτίσει ανάλογο σχέδιο. Προτείνουμε την οργάνωση συγκροτημάτων άτακτων από 2.500 ως 3.000 άνδρες, στελεχωμένων με αξιωματικούς μας".

Ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε μυστικό υπόμνημα του προς τον υπουργό Αλβανικών Υποθέσεων, Μπενίνι, στις 19 Οκτωβρίου 1940, μεταξύ των άλλων γράφει: "...Από την άλλη προετοιμάζω αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους τις παρακάτω πράξεις: καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών (...).

Μερικά από τα στοιχεία αυτά θα εφοδιαστούν από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών με μερικούς φορητούς πομπούς, χάρη στους οποίους η διοίκηση του στρατεύματος θα έχει ακριβείς ειδήσεις περί των θέσεων των ελληνικών στρατευμάτων". Πληροφορεί δε τον Μπενίνι ότι μεταξύ των Αλβανών παρατηρείται αίσθημα αναμονής, εμπιστοσύνης και άγριας διάθεσης. Ο ίδιος στις 21 Οκτωβρίου γράφει στον Μπενίνι: "Θα μπορούσε να αποσπασθεί, όσο θα διαρκούν οι εχθροπραξίες, το Τάγμα της Βασιλικής Αλβανικής Φρουράς".

Ο αντιβασιλιάς της Αλβανίας βεβαίωσε: "ότι είναι πάρα πολλές οι αιτήσεις των Αλβανών να καταταγούν στα σχηματιζόμενα αλβανικά σώματα, προοριζόμενα να κτυπήσουν τους Έλληνες και να συνεργαστούν με τον Ιταλικό Στρατό, και ότι ο πληθυσμός ελπίζει, επίσης, να κληθούν υπό τα όπλα μερικές ηλικίες...".

(Συνεχίζεται...)
Πηγή: Περιοδικό "Στρατιωτική Ιστορία"
Tεύχος: Οκτωβρίου 2003
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  1. Εκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941, Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ, Α9ήναι, 1960.
  2. Εκδ. Υπουργείου Εξωτερικών: 1940-1941,ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ, Αθήνα, 1980.
  3. Παπάγου Αλεξ.: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1940-1941, εκδ. "Οι Φίλοι του Βιβλίου", Α9ήναι, 1945.
  4. Κατσιμήτρου Χαρ.: Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, εκδ. ΓΕΣ, Μήνα, 1982.
  5. Τσέρβι Μ.: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, έκδοση Αlvin Redma Hellas, Α9ήνα, 1987.
  6. Κόρου Αδωνι: ΧΡΟΝΙΚΟΝ 1940-1944.
  7. Κύρου Αλ.: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ, Α9ήναι, 1962.
  8. Σιωμοπούλου Στυλ.: Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ "TΖΟΥΛΙΑ" ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ, Ηπειρωτική Εστία, 1994.
  9. Τριαντάφυλλου Κ.: ΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-41, Πάτρα, 1981.
  10. Τσιρπανλή Ζαχ.: ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ OI ΙΤΑΛΟΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940-41, Αθήνα, 1974.
  11. Ζαούση Αλεξ.: OI ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ 1939-1945, εκδ. Παπαζήση, 1987.
  12. Richter Heinz: Η ΙΤΑΛΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Γκοβόστης, 1998.
  13. Μιχαλοπούλου Δημ.: ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣ 1923-1928.
  14. Πράσκα Βισκόντι: ΕΓΩ ΕΙΣΕΒΑΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Γκοβόστης, 1999.
  15. Vickers Miranda: ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ, εκδ. Οδυσσέας, 1997.
  16. ΡοΙΙο S. - Ρυtο Α.: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, εκδ. Ομάδα.
  17. Νικολάου Χαρ.: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ -ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, εκδ. Φλώρου, 1996.
  18. Ημερήσιος Τύπος της εποχής.
Tip's:
Διαβάστε μέσα από το Dilaz Hellas και το δεύτερο (2ο) μέρος της δημοσίευσης, πατώντας τον παρακάτω τίτλο-link:

dilaz®

Δεν υπάρχουν σχόλια: