Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ ΤΟ 1940

Φώτο:
Έλληνες στρατιώτες πολεμάνε στα
υψώματα της Πίνδου

Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ

Τις τρεις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου, καθώς η μάχη στο Καλπάκι έβαινε προς την κορύφωση της, το Γενικό Στρατηγείο έριξε όλο το βάρος του προς την Πίνδο. Οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν μπει σε συναγερμό για τη σωτηρία του μετώπου της Πίνδου περιλάμβαναν την Ι Μεραρχία Πεζικού, της οποίας το επιτελείο είχε ήδη φτάσει στο Επταχώρι, την V Ταξιαρχία Πεζικού που κατευθυνόταν προς τις διαβάσεις του Γράμμου και δύο μονάδες ιππικού. Την Ταξιαρχία Ιππικού που εκινείτο από το Δούτσικο προς τη Σαμαρίνα και ολόκληρη τη Μεραρχία Ιππικού, η οποία με επίκεντρο την περιοχή Μετσόβου θα αντιμετώπιζε τον από βορρά κίνδυνο, δηλαδή το ενδεχόμενο να προωθηθούν οι Ιταλοί από τη Βωβούσα προς το ίδιο το Μέτσοβο. Κι ενώ οι δυνάμεις αυτές μετακινούνταν προς την Πίνδο, τμήματα της ΤΖΟΥΛΙΑ συνέχιζαν τη διείσδυση τους, φτάνοντας στο βαθύτερο και πιο επικίνδυνο σημείο. Στις 2 Νοεμβρίου κατέλαβαν το γραφικό «βλαχοχώρι», τη Σαμαρίνα, ανεστράφησαν προς νότο, πήραν το Δίστρατο και στις 3 Νοεμβρίου προχωρημένες μονάδες έκαναν την εμφάνιση τους στη Βωβούσα. Σε απόσταση 6 ωρών με τα πόδια ή με ζώα από το Μέτσοβο!

Η διοίκηση της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ τελούσε σε ευφορία. Βρισκόντουσαν σε απόσταση αναπνοής από το Μέτσοβο. Λίγη προσπάθεια ακόμα και θα κόβαν τον κορμό της Ελλάδας στη μέση. Αλλά είχαν κάνει ένα σφάλμα τακτικής. Η «αυτοκάλυψη» του αριστερού της βαθύτατης σφήνας προς Σαμαρίνα ήταν επισφαλής. Προς το Επταχώρι οι ελληνικές ενισχύσεις από μικρές, συμβολικές στην αρχή, έφταναν τώρα «εν δυνάμει». Μια ολόκληρη μεραρχία, η Ι του Βραχνού. Οι πρώτες κρούσεις στο πλευρό τους άρχισαν με πυρήνα όσες ακόμα αξιόμαχες δυνάμεις είχε το ηρωικό «Απόσπασμα Πίνδου».

Ο Δαβάκης ήθελε να προλάβει να νιώσει τη χαρά της αντεπιθέσεως πριν επέμβουν οι μεγάλες μονάδες. Συγκλονιστικές μάχες εκ του συστάδην άρχισαν σε υψώματα που σε λίγο θα έμπαιναν στην ιστορία. Ταμπούρι, Τσούκα-Ζούζουλης, Προφήτης Ηλίας, Φούρκας. Εκεί πάνω στον Προφήτη Ηλία, στις 2 Νοεμβρίου ο Δαβάκης τραυματίστηκε βαριά από σφαίρα που διέτρησε τον δεξιό του πνεύμονα. Όταν ξύπνησε από τον λήθαργο την Κυριακή πρωί 3 Νοεμβρίου, θα μάθει με αγαλλίαση τα σπουδαία νέα. Η μεγάλη ελληνική επίθεση είχε πάρει διαστάσεις.

Το πώς έφτασαν οι λίγες στην αρχή και ισχυρές κατόπιν ενισχύσεις στην Πίνδο είναι μια απ’ αυτές τις εποποιίες που μόνο ο Έλληνας φαντάρος μπορεί να γράψει. Η επίσημη αφήγηση σημειώνει: «...Αι μετακινήσεις αύται εγένοντο ως επί το πλείστον δια πορειών πεζή, ελάχιστοι δε τούτων δι’ αυτοκινήτων μέχρι Δούτσικον, ένθα έφθανε καρροποίητος οδός...!» Αλλά η ανεπίσημη αφήγηση μιλάει στην καρδιά. Το τάγμα είχε φτάσει στο Δούτσικο μ’ ένα σαραβαλιασμένο, επίτακτο λεωφορείο. Και από εκεί άρχισε η «ναπολεόντειος πορεία» για το Κεράσοβο. Δεκατέσσερις ώρες πορεία την πρώτη μέρα μέσα στη βροχή, χωρίς ούτε την καθιερωμένη δεκάλεπτη στάση για ανάπαυση. Τα λουριά του όπλου, του γυλιού βάραιναν τους ώμους. Πιο πολύ όμως τ’ άρβυλα, που ήταν στενά για τον ένα, φαρδιά για τον άλλο. «...Είχαν αρχίσει την πορεία με τραγούδια, μα γρήγορα τα σταμάτησαν. Τη δεύτερη μέρα της πορείας όλη η προσοχή των φαντάρων συγκεντρώθηκε στις πληγές των ποδιών. Κάθε βήμα κι ένας πόνος... Ωστόσο έσφιγγαν τα δόντια... Γρήγορα πήγαιναν, αφού ήξεραν πως η σωτηρία της Ελλάδας ήταν ζήτημα λίγων ωρών ...»

Από το πρωί της 3ης Νοεμβρίου, οι αλπινιστές κατάλαβαν, ότι η ευφορία που είχανε νιώσει ήταν πρόσκαιρη. Απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έβρεχε φωτιά και σίδερο. Οι «ναπολεόντειες» πορείες είχαν τελειώσει. Κι αυτοί οι ατσαλένιοι φαντάροι με τα πληγωμένα πόδια συναγωνίζονταν τώρα ποιος να χτυπήσει πρώτος την παγιδευμένη ΤΖΟΥΛΙΑ. Τα τμήματά της που είχαν προωθηθεί από το Κεράσοβο προς τη Σαμαρίνα αποκόπηκαν. Σαν αγρίμια προσπάθησαν πρώτα ν’ ανοίξουν δίοδο προς τ’ ανατολικά μήπως μπορέσουν να ξεχυθούν προς την κατεύθυνση των Γρεβενών. Δεν τα κατάφεραν. Κι όμως οι Ιταλοί πολέμησαν σαν θηρία. Όταν κατάλαβαν ότι η δίοδος αυτή είχε αποφραχτεί από την Ταξιαρχία Ιππικού, εξαπέλυσαν ένα τάγμα εναντίον της στο ύψωμα Σκούρτιζα. και παραλίγο να το κατελάμβαναν αλλά επενέβη η μικρή ελληνική αεροπορία και βομβάρδισε τους Ιταλούς από χαμηλό ύψος βοηθώντας τους ιππείς! Την ίδια μέρα, στις 3 Νοεμβρίου, η Ταξιαρχία μας Ιππικού μπήκε στη Σαμαρίνα.

Ο σιδερένιος κλοιός είχε αρχίσει να κλείνει. Η Ι Μεραρχία Πεζικού, η Ταξιαρχία Ιππικού και η Μεραρχία Ιππικού είχαν αποκαταστήσει επαφή. Ο θύλακας της ΤΖΟΥΛΙΑ είχε περισφιχθεί από βόρεια, ανατολικά και νότια. Του απέμενε μόνο μια οδός διαφυγής. Προς τα δυτικά. Στις 4 Νοεμβρίου τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν και τη Βωβούσα. Βρήκαν εκεί ένα μοναδικό ελληνικό λόχο που προσπαθούσε επί μέρες να κρατήσει τους Ιταλούς στα γύρω υψώματα. Η κύρια δύναμη των αλπινιστών αναστράφηκε τώρα προς το Δίστρατο. Οι περήφανοι αυτοί άνδρες που μια βδομάδα πριν είχαν εισβάλει με τον αέρα μιας από τις πιο επίλεκτες μονάδες του ιταλικού στρατού, μάχονταν τώρα για τη ζωή τους. Η φάκα είχε κλείσει για καλά κι άφηνε μόνο μια στενή διέξοδο. Την τελευταία. Προς τα δυτικά, προς τον δρόμο της άδοξης επιστροφής. Επί τρεις μέρες, οι αλπινιστές μάχονταν στο Δίστρατο για να οργανώσουν την υποχώρηση. Έπρεπε, ξεκινώντας από κει, να διασχίσουν «την στενήν και άξενον κοιλάδα του Αώου ποταμού», ανάμεσα στον φοβερό ορεινό όγκο του Σμόλικα και το φουσκωμένο ποτάμι. Η μοναδική αυτή διάβαση περνούσε από τα χωριά Άρματα και Ελεύθερο προς Κόνιτσα. Ρακένδυτοι, ταπεινωμένοι, πεινασμένοι οι αλπινιστές πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά τα στοιχεία της φύσεως τους σώσανε και ας καταριόταν η ηγεσία τους από την πρώτη μέρα της εισβολής τις κακές καιρικές συνθήκες. Ανάμεσα στα Άρματα και Ελεύθερο στην περιοχή Βρυσοχωρίου τους περίμενε ένα καινούριο Απόσπασμα. Το «Απόσπασμα Αώου». Ένα συγκρότημα που είχε στηθεί εκ των ενόντων από το συμπτυγμένο Τάγμα Προκαλύψεως Κονίτσης και μια από τις ελάχιστες, τότε, «γενικές εφεδρείες» του Στρατηγείου. Το λεγόμενο «απόσπασμα Μετσόβου» (τάγμα συν πυροβολαρχία ορειβατικού) σταλμένο και αυτό εσπευσμένα στη νότια όχθη του Αώου. Αλλά το ποτάμι είχε πλημμυρίσει από τις συνεχείς βροχές. Το «Απόσπασμα Αώου» δεν μπόρεσε να το διαβεί. Και οι αλπινιστές πέρασαν. Ο πλημμυρισμένος Αώος εξουδετέρωσε την τελευταία ελληνική ενέδρα. Φτάνοντας στην Κόνιτσα οι συντετριμμένοι αλπινιστές βρήκαν μια αναπάντεχη βοήθεια. Μια ολόκληρη μεραρχία, την ΜΠΑΡΙ, η οποία αρχικά προοριζόταν για απόβαση στην Κέρκυρα! Όταν η ιταλική ηγεσία συνειδητοποίησε το φιάσκο στην Πίνδο, έστειλε εσπευσμένα τη μεραρχία αυτή, για την ακρίβεια 47η Πεζικού, στην Κόνιτσα για να συγκρατήσει την κατάσταση. Ο πόλεμος θα συνέχιζε αλλά οι Ιταλοί εισβολείς είχαν πλέον ανατραπεί.

Copyright by: Dilaz®

Δεν υπάρχουν σχόλια: