Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ

Φώτο 01: Ο Νικηταράς


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή όπως έγινε γνωστός σ’ όλους Νικηταράς, γεννήθηκε στην Αναστασίτσα της Μεσσηνίας το 1782. Οι γονείς του ήταν ο Τουρκολέκας Σταματέλος και η Καρούτσου Σοφία, αδερφή της γυναίκας του Κολοκοτρώνη. Σ’ ηλικία 11 χρονών ο Νικηταράς ακολούθησε τον πατέρα του στα βουνά που ήταν κλέφτης και έγινε και ο ίδιος. Μετέπειτα εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα του γνωστού κλέφτη της εποχής εκείνης, Ζαχαρία Μπαρμπιστιώτη, και εκεί διακρίθηκε για τα σωματικά του χαρίσματα και την ανδρεία του.

Το 1805 εντάχθηκε στα Ρωσικά στρατιωτικά τάγματα στην Ζάκυνθο και πολέμησε στην Ιταλία κατά του Ναπολέων. Μετά επέστρεψε και πάλι στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, αφού είχαν πλέον τα Επτάνησα οι Γάλλοι υπό την κυριαρχία τους.

Στης 18 Οκτωβρίου του 1818 μυήθηκε και αυτός στην Φιλική Εταιρεία όπως και πάρα πολλοί οπλαρχηγοί από τον Χρυσοσπάθη. Για ένα μεγάλο διάστημα από εκείνη την ώρα και μετά περιόδευαν στην Πελοπόννησο και προσπαθούσαν να μυήσουν και άλλους αγωνιστές στους σκοπούς για τον οποίον δημιουργήθηκε η Φιλική Εταιρεία. Στις 23 Μαρτίου, μαζί μ’ άλλους οπλαρχηγούς και μετά από σκληρή μάχη τελικά μπήκε και αυτός στην ελεύθερη πλέον Καλαμάτα. Ύστερα από αυτό κατευθύνθηκε προς την Τριπολιτσά και στης 12 και 13 Μαΐου πήρε μέρος στην μεγάλη μάχη που διεξάχθηκε στο Βάλτετσι Αρκαδίας, επικεφαλής 800 περίπου συναγωνιστών του. Συνέβαλε αποφασιστικά στην νίκη των Ελλήνων στα Δολιανά, όπου ενώ αυτός και οι 150 αγωνιστές του κατευθυνόνταν στο Ναύπλιο αντιμετώπισε στην πορεία του, περίπου 6.000 ασκέρι Τούρκων που είχαν επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη. Η φθορά που προκάλεσαν οι 150 άνδρες του Νικηταρά ήταν τόσο εντυπωσιακή που τότε απέκτησε και το παρατσούκλι «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος» και μετά από αυτή την μάχη προήχθη σε στρατηγό. Λίγους μήνες μετά στάλθηκε από τον Κολοκοτρώνη να διευθύνει την πολιοκρία του Ναυπλίου. Όμως μετέπειτα ο Νικηταράς έφυγε για την Ανατολική Στερεά, όπου και οι επαναστάτες της Αθήνας τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Η κίνηση αυτή των επαναστατών είχε σαν αποτέλεσμα να προκαλέσουν την αντίδραση των Μαυρομιχαλαίων, γι’ αυτό και ο Νικηταράς αναγκάστηκε και πήγε στην Λιβαδειά για να συναγωνιστεί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στις επιχειρήσεις που έκανε ο τελευταίος για την ανακατάλυψη της Λιβαδειάς.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο, και μετά από τις διαταγές που πήρε από τον Κολοκοτρώνη, πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και κατά την άλωση της πόλης ήταν από τους λίγους εκείνους αρχηγούς που αρνήθηκαν να πάρουν μερίδιο από την διανομή των λαφύρων.

Το Δεκέμβριο τώρα του 1821, συμμετείχε στην ατυχής έφοδο κατά του Ναυπλίου όπου μάλιστα κινδύνεψε και να αιχμαλωτιστεί. Επίσης τον Απρίλιο του επομένου έτους (1822) έδωσε και πάλι μάχες μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, έχοντας υπό τις διαταγές του 700 περίπου παληκάρια, στην Ανατολική Στερεά, και πιο συγκεκριμένα στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα. Κατά την εκστρατεία τώρα του Δράμαλη συνέβαλε αποφασιστικά στην απόκρουση των Τουρκικών στρατευμάτων στην τοποθεσία Μεγάλα Δερβένια, αλλά και στον Άγιο Σώστη στις 26 Ιουλίου του 1822 όπου εκεί οι Τούρκοι είχαν μεγάλες απώλειες και καταστροφές. Επίσης 2 μέρες αργότερα σημαντική ήταν η συμβολή του και στην μάχη στο Αγιονόρι όπου οι Τούρκοι είχαν πάνω από 600 νεκρούς.

Το καλοκαίρι του 1823 επέστρεψε στην Πελοπόννησο και στάθηκε στο πλευρό το Θ. Κολοκοτρώνη κατά τις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν και ήταν πλέον αντίπαλος της κυβέρνησης του Κουντουριώτη. Ωστόσο όμως ποτέ του δεν εμπλέχτηκε στις τότε διαμάχες και πάντα είχε ρόλο συμβιβαστικό. Μετά όμως την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών στρατευμάτων κατέφυγε προς το Μεσολόγγι, όπου υπηρέτησε πλέον εκεί τον Δ. Μακρή. Στο Μεσολόγγι πλέον, που υπόψην βρισκόταν τότε πολιορκημένο, πολέμησε κατά του Κιουταχή κατά την δεύτερη πολιορκία.

Μετά την δεύτερη εισβολή του Ιμπραήμ και αφού δόθηκε αμνηστία, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και πάλι, και έγινε επικεφαλής στρατιωτικού σώματος που πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των Αιγυπτίων. Αξιοσημείωτο, εδώ είναι να πούμε ότι ήταν από εκείνους που αρνήθηκε να υπογράψει το «Ψήφισμα της Υποτέλειας» με το οποίο αναγνωριζόταν ως μοναδική «προστάτιδα» δύναμη της Ελλάδας η Μεγάλη Βρετανία.

Το 1826 τώρα ακολούθησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στην εκστρατεία, του τελευταίου, στην Ανατολική Στερεά μαζί με 800 παληκάρια του και συναγωνιστές του, και ήταν από εκείνους που συνέβαλε αποφασιστηκά στην μεγάλη νίκη των Ελλήνων στην Αράχοβα τον Νοέμβριο του 1826.

Εκείνο όμως το διάστημα αρρώστησε σοβαρά από πλευρίτιδα και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στο Ναύπλιο. Αλλά και πάλι σταματιμό στις μάχες που έδωσε κατά τον Τούρκων δεν είχε. Μόλις ανάρρωσε πήρε μέρος στον αγώνα, μαζί με τον Κολοκοτρώνη, κατά του Ιμπραήμ. Στην συνέχεια στην Γ’ Εθνοσυνεύλευση που διεξάχθει στην Τροιζήνα διορίστηκε αρχηγός της φρουράς και μετά από αυτήν την διάκριση ανηφόρισε για πολλοστή φορά και πάλι στην Αττική και συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Κιουταχή υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη στην μάχη στο Φάληρο στης 24 Απριλίου του 1827. Δυστυχώς όμως εκείνη η εκστρατεία εξελήχθηκε για τους Έλληνες σε πανωλεθρία και έτσι ξαναγύρισε και πάλι στην Πελοπόννησο και πήγε και αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ στην Μεσσηνία.

Όταν ανέλαβε ο Καποδίστριας, ως ο πρώτος κυβερνήτης της Ελεύθερης Ελλάδας, υπήρξε στενός συνεργάτης του και στην Δ' Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος εν έτη 1829 πήρε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου.

Μετά την άφιξη του Όθωνα έζησε στην πλήρη απομόνωση, όπως και πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί της Επανάστασης του 1821. Όμως όταν εμφανίστηκε το αντικυβερνητικό κίνημα στην Μεσσηνία τον Αύγουστο του 1834 φυλακίστηκε. Το 1839 τον εμφάνισαν ως στρατιωτικό αρχηγό της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας», και γι’ αυτό δικάστηκε στις 11 Ιουλίου του 1840. Η ενοχή του όμως έμεινε ανυπόστατη και αβάσιμη και τελικώς αθωώθηκε. Η οργή όμως της τότε κυβέρνησης για την αθωωτική αυτή απόφαση, την οδήγησε στο να κρατήσει τον Νικηταρά υπό περιορισμό στη Αίγινα. Και στις 18 Σεπτεμβρίου του 1841 τελικά αποφυλακίστηκε έχοντας όμως υποστεί η υγεία του μια ανεπανόρθωτη βλάβη. Ο Νικηταράς ήταν σχεδόν τυφλός. Αποτραβήχθηκε μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του, την γυναίκα του τον ένα του υιό και τις δυο του κόρες, στον Πειραιά και εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στης 3 Σεπτεμβρίου του 1847 διορίστηκε μέλος της Γερουσίας. Από εκεί πήρε μια μικρή σύνταξη και αυτό ήταν και το μοναδικό εισόδημα που είχε στην ζωή του.


Copyright by: Dilaz ®


1 σχόλιο:

ΔΕΝΘΑΛΙΟΣ είπε...

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ ΑΛΛΑ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ. ΤΟΤΕ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΤΣΑ, ΣΗΜΕΡΑ ΝΕΔΟΥΣΑ ΑΛΑΓΟΝΙΑΣ. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗ ΣΠΑΡΤΗ.